
Στο πλαίσιο της ημερίδας για την Αραβική Λογοτεχνία στον 20ο αι., που έλαβε μέρος στις 25 Μαΐου 2009 στη Φιλοσοφική Σχολή Παν/μίου Αθηνών, με κάλεσε η καθηγήτρια Ελένη Κονδύλη να κάνω εισήγηση για τον ποιητή Νουάιμα. Στη διάρκεια των ερευνών που έγιναν μεταξύ άλλων και μέσω MSN Messenger, ζήτησα από τον πατέρα μου να εξακριβωθεί από κάποιες πληροφορίες που θυμόμουν και να με βοηθήσει με όποια πληροφορία από την αυτοβιογραφία του Νουάιμα. Τυχαία λοιπόν ο πατέρας μου βρήκε στην αυτοβιογραφία αναφορά για το Ημερολόγιο που κράτησε στην Πολτάβα της Αυτοκρατορικής Ρωσίας. Και ω του παραδόξου βρήκε ότι ο Νουάιμα είχε μια ποιητική προσπάθεια, την οποία όμως δεν την παραθέτει στη μοναδική ποιητική του συλλογή (Ψιθύρισμα Βλεφάρων), και την δίνει μόνο ιστορική αξία. Και γι’ αυτό όσοι μελετάνε το Νουάιμα την παραβλέπουν επίσης. Ο πατέρας μου μού υπαγόρεψε το ποίημα, το οποίο και παραθέτω τη μετάφραση που έκανα και διάβασα στη διάρκεια της εισήγησης.
Αν ήμουν ποιητής θα τραγουδούσα τη σαγήνη των ωραιοτήτων σου Λίβανέ μου
Ω λίκνο της νεότητάς μου, και στόχος των σκέψεών μου
Ναι.
Θα τραγουδούσα τα ψηλά σου τα άσπρα βουνά,
Και τις μαγικές σου κοιλάδες
Όπου σπίτι έχω και γονείς
Όπου οι κέδροι διηγούνται τα περασμένα
Και τα ρυάκια αναβλύζουν ασήμι
Η ζωή, με την απλότητα, τερπνή
Και η ομορφιά αναλλοίωτη δια χειρός ανθρώπου.
Αυτή ήταν και η πρώτη ποιητική προσπάθεια του Νουάιμα και ήταν στα ρώσικα. Την έγραψε στις 23 Μαρτίου 1908 κάτω από την έντονη επιρροή δύο Ρώσων λογοτεχνών, των Νικίτιν και Λερμοντόβ. Ήταν 19 χρονών, και είναι ταυτόχρονα η πρώτη μέρα που αποφασίζει να κρατήσει ημερολόγιο. Αυτό το ποιητικό πείραμα θα ωριμάζει σιγά σιγά, σύμφωνα με τις σημαντικές λεπτομέριες που μας σώζουν το ημερολόγιο και η αυτοβιογραφία. Στις 27 Μαρτίου 1908, 4η μέρα του ημερολογίου, ο Νουάιμα γράφει: «Από τότε που διάβασα τον Λερμοντόβ με κατάκτησε μια ανίκητη επιθυμία να γράψω ποίση... Θα πάω εκεί που με καλεί η ψυχή μου, θα πορευτώ στην οδό που με γοήτευε παιδιόθεν, είναι η οδός της λογοτεχνίας, και σ΄ αυτήν παραδίδομαι εξ ολοκλήρου».
في إطار الندوة عن الأدب العربيّ في القرن العشرين، التي جرت في 25 أيّار 2009 في كلّيّة الآداب في جامعة أثينا، دعتني الأستاذة هيلانة كونذيلي لأتحدّث عن ميخائيل نعيمة شاعراً. أثناء أبحاثي التي تمّت من ضمن طرق عديدة أبرزها MSN Messenger، طلبت من أبي أن يتحقّق من بعض المعلومات التي كانت لا تزال عالقة في ذهني وأن يساعدني بأيّ معلومة يجدها في سيرته الذاتيّة (سبعون). صدفة وجد أبي في السيرة ذكراً ليوميّات نعيمة التي كان يواظب على تدوينها في بولتافا الواقعة في روسيّا القيصريّة. ولَلعجب رأى أنّ لنعيمة محاولة شعريّة لكنّه لا يُثبتها في ديوانه الوحيد (همس الجفون)، بل يكتفي بتقويمها تاريخيّاً. لهذا السبب يهملها أيضاً دارسو نعيمة. أملاها أبي عليّ وقد ترجمتها وقرأتها أثناء المداخلة.
لو كنت شاعراً لغنّيت فتنة محاسنك يا لبنان
يا مهد صباي وقبلة أفكاري
أجل.
لغنّيت شماريخك البيض
وأغوارك الساحرة
حيث لي بيت وأهل
وحيث الأرز يخبّر عمّا كان
والجداول تتدفّق فضّة
والعيش طيّب في بساطته
والجمال لم تشوِّهه يد الإنسان.
هذه أوّل محاولة شعريّة لنعيمة، وقد كانت باللغة الروسيّة. كتبها في 23 من آذار 1908 متأثّراً جدّاً بأديبَين روسيّين، نيكيتن (Ivan Savvich Nikitin) ولارمنتوف (Mikhail Yuryevich Lermontov). كان في التاسعة عشرة، وهي المرّة الأولى التي يقرّر فيها أن يدوّن يوميّات. هذه التجربة الشعريّة سوف تنمو رويداً رويداً بحسب المعلومات المهمّة التي ستحفظها لنا يوميّاته وسيرته الذاتيّة (سبعون). في 27 آذار 1908، وهو اليوم الرابع في اليوميّات يذكر نعيمة: "منذ أن قرأت لارمنتوف تولّتني رغبة لا تقهر في نظم الشعر... سأمضي حيث تدعوني نفسي سأمشي في الطريق الذي ما برح يغريني منذ صباي الباكر إنّه طريق الأدب وإني له بكلّيّتي".
